Παράλειψη εντολών κορδέλας
Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Σελίδες τοποθεσίας


Συνέντευξη στο Αθηνόραμα

​Συνέντευξη στους Γιάγκο Αντίοχο και Χρήστο Μήτση

Ενεργοποίηση του πολυαναμενόμενου Film Commission για τις ξένες κινηματογραφικές παραγωγές, ίδρυση Ακαδημίας και ανεξάρτητου Συμβουλίου Τεχνών, εφαρμογή του νόμου για την απόδοση 1,5% των καθαρών διαφημιστικών εσόδων των καναλιών στην κινηματογραφική παραγωγή, διαβούλευση με όλους τους εποπτευόμενους πολιτιστικούς φορείς, αλλά και ριζική αναδιάρθρωση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. Γεμάτη ειδήσεις ήταν η αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε ο Υπουργός Πολιτισμού.

 Όλοι λένε ότι ο πολιτισμός είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα που έχουμε ως χώρα. Αλλά γίνεται πολιτιστική πολιτική χωρίς λεφτά;
Καταρχήν έχετε δίκιο. Πρέπει να πούμε ότι το Υπουργείο Πολιτισμού, λόγω της κρίσης, έχει χάσει επιπλέον πόρους και ο προϋπολογισμός του είναι αναλογικά πολύ χαμηλός σε σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Επειδή τα κοινωνικά προβλήματα είναι οξυμένα στους τομείς της υγείας, της παιδείας και της ανεργίας, είναι λογικό η κυβέρνηση να δίνει προτεραιότητα σε αυτά τα ζητήματα. Επίσης, έχουν κοπεί οι επιχορηγήσεις και στους εποπτευόμενους φορείς έχουν γίνει μεγάλες περικοπές.
Άρα, έχουμε ελάχιστα χρήματα που μένουν στη διάθεσή μας για τον πολιτισμό. Βέβαια, υπάρχουν δυνατότητες εξασφάλισης πόρων που προσπαθούμε τώρα να ολοκληρώσουμε. Η πρώτη είναι το περίφημο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων το οποίο βρίσκεται σε διαδικασία ριζικής αναδιάρθρωσης, έχοντας ως στόχο να αυξηθούν οι πόροι με τις αλλαγές που προωθούμε. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται από το ηλεκτρονικό εισιτήριο μέχρι νέα πωλητήρια και νέες συμβάσεις για τα αναψυκτήρια. Ευελπιστούμε ότι μόλις αυτά μπουν μπροστά και αρχίζουν να εφαρμόζονται, θα διπλασιαστούν οι πόροι μας. Στο βαθμό που θα αυξηθούν τα έσοδα θα μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε πράγματα και πέρα από τις λειτουργικές δαπάνες. Σε ένα χρόνο πιστεύω ότι, τα πράγματα θα έχουν βελτιωθεί οικονομικά και θα έχουμε πλέον τη δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης.
Επιπλέον, η Ελλάδα ζει ένα είδος πολιτιστικής αναγέννησης από νεότερους ανθρώπους. Ομάδες θεάτρου, χορού, μουσικής, τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια παράγουν πολιτισμό με ελάχιστα έσοδα. Αυτό το φαινόμενο πρέπει με κάποιο τρόπο να υποστηριχτεί, μολονότι δεν υπάρχει θεσμικά τρόπος επικοινωνίας με αυτόν τον χώρο. Πρόθεσή μας είναι να καλύψουμε αυτό το κενό. Πιο συγκεκριμένα, αν καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε λίγα χρήματα παραπάνω, θα μπορούμε να δίνουμε επιχορηγήσεις δυο φορές το χρόνο. Αυτό θα γίνεται μέσω μιας αίτησης που θα αφορά τις δραστηριότητες του επόμενο εξαμήνου, με μια επιτροπή, ορισμένη από το ΥΠΠΟΑ με αρμοδιότητα να κρίνει πώς θα μοιραστούν τα χρηματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θέλουμε λοιπόν να πάρουμε τέτοιου είδους χρηματοδοτικά μέτρα. Ταυτόχρονα κάνουμε μια προσπάθεια να βρούμε χώρους που χρειάζονται αυτές οι ομάδες. Δηλαδή πολιτιστικές στέγες που να λειτουργούν με αυτοδιαχείριση των καλλιτεχνών, με το Υπουργείο Πολιτισμού να κρατά μόνον μια υψηλή εποπτεία.

Να μπούμε λιγάκι στο χώρο του σινεμά τώρα. Μετά την υπογραφή του τελευταίου μνημονίου τον περσινό Ιούλιο, υπήρξε η κατάργηση του ειδικού φόρου για την ενίσχυση του ελληνικού κινηματογράφου, ο οποίος συμπεριλήφθηκε στους φόρους υπέρ τρίτων. Αυτό ήταν ένα πλήγμα για την χρηματοδότηση της εγχώριας παραγωγής, οι φορείς της οποίας αντέδρασαν έντονα. Το Υπουργείο Πολιτισμού υποσχέθηκε να αναπληρώσει το χρηματοδοτικό κενό μέσω των επιχορηγήσεων στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Έχει γίνει κάτι τέτοιο και σε ποιο βαθμό;
Ήταν λάθος που συμπεριλήφθηκε στους φόρους υπέρ τρίτων και δικαίως διαμαρτυρήθηκαν οι κινηματογραφικοί φορείς. Μπορεί νομοθετικά και πάλι να επανέλθει. Αλλά επειδή έχει να κάνει με μνημονιακές υποχρεώσεις και ελεγκτικούς μηχανισμούς, οι διαδικασίες επαναφοράς είναι εξαιρετικά δύσκολες ακόμη και αν πρόκειται για ένα αναγνωρισμένο λάθος. Μιλάμε για ένα ποσοστό επί του κινηματογραφικού εισιτηρίου που έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα. Προσπαθήσαμε μέσω του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου να επιστρέψουμε, τρόπον τινά, αυτό το ποσό που χάθηκε, επιχορηγώντας το με δύο εκατομμύρια ευρώ επιπλέον, που ενσωματώθηκαν στην τακτική επιχορήγηση. Αυτό προσφέρει κάποιου είδους αναπλήρωση για τα λεφτά που χάθηκαν από το ελληνικό σινεμά. Με το Υπουργείο Οικονομικών είχαμε πάρα πολλές συζητήσεις και αποφασίσαμε να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για την εγχώρια παραγωγή κινηματογράφου. Για παράδειγμα, ήδη πληρώνονται τα χρωστούμενα σε παραγωγούς καθώς εκκρεμούσαν σενάρια από τον Νοέμβριο του 2014 στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Με τις επιπλέον χρηματοδοτήσεις, κλείνει λοιπόν ο κύκλος των οφειλών προς αυτούς και θα ξεκινήσει μια κανονικότητα στις νέες προτάσεις για ταινίες από το ΕΚΚ.

Υπήρξαν πολλά δημοσιεύματα σχετικά με την αμερικανική περιπέτεια του Τζέισον Μπορν, με τους παραγωγούς του να προτιμούν να μετατρέψουν την Σάντα Κρουζ σε Αθήνα, παρά να έρθουν εδώ για γυρίσματα. Παρότι η παραγωγή της ταινίας δεν έκανε ποτέ επίσημη κρούση στην Ελλάδα, είναι πασιφανές ότι η χώρα μας κάθε άλλο παρά ελκυστική είναι για τις ξένες κινηματογραφικές παραγωγές. Θα κάνετε κάτι για να αλλάξετε αυτήν την κατάσταση;
Μπορώ να ανακοινώσω ότι βρισκόμαστε στην τελευταία φάση της ενεργοποίησης του Film Commission. Υπήρξε μια πολύ δύσκολη διαδικασία, γιατί εμπλέκονται σε αυτό πολλά υπουργεία. Τώρα ολοκληρώνουμε το κείμενο μετά από συζήτηση με όλους τους αρμόδιους υπουργούς, το οποίο ορίζει τις προδιαγραφές για τη λειτουργία του Film Commission. Το μόνο σημείο που απομένει να διασαφηνιστεί είναι αυτό της επιστροφής φόρου (tax rebate ) –βασικό κριτήριο για την ανταγωνιστικότητα της χώρας μας- από το Υπουργείο Οικονομικών, που ασχολείται αυτήν τη στιγμή με το κλείσιμο της αξιολόγησης. Ταυτόχρονα το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου προκηρύσσει το διαγωνισμό για τον επικεφαλής του Film Commission σύμφωνα με τον Νόμο 3905/2010. Από ό,τι καταλαβαίνετε λοιπόν, το ζήτημα βρίσκεται στην τελική ευθεία.
Αξίζει να διευκρινίσουμε, ότι όλη η ιδέα του Film Commission έχει να κάνει με τη λογική του «one stop», το οποίο αφορά στην εξυπηρέτηση του ξένου παραγωγού που θέλει να γυρίσει την ταινία του στη χώρα μας. Να ξέρει ότι αν πάει στο Film Commission, όλες οι απαιτούμενες άδειες και οι συνεννοήσεις με τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες θα διεκπεραιώνονται από αυτό. Η πρόθεσή μας, μάλιστα, είναι να αποκεντρωθεί το συγκεκριμένο τμήμα και στις περιφέρειες, έτσι ώστε να υπάρχει ένα Film Office ανά περιφέρεια. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούμε να προσφέρουμε πολλαπλές επιλογές στους πιθανούς παραγωγούς. Αν, για παράδειγμα, θέλει κάποιος να γυρίσει ένα φιλμ να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα στην Κρήτη, την Ήπειρο ή όποιο άλλο μέρος θέλει. Πάμε τώρα στο ζήτημα των δυσκολιών τις οποίες συναντά κάποιος που θέλει να κάνει γύρισμα σε αρχαιολογικό χώρο. Προσπαθούμε να απογραφειοκρατικοποιήσουμε όσο μπορούμε την όλη διαδικασία. Στο σχέδιο νόμου που ετοιμάσαμε για τα πνευματικά δικαιώματα και κατατίθεται εντός των ημερών στη Βουλή, υπάρχει μια διάταξη που απλοποιεί σημαντικά τις διαδικασίες και μειώνει τον απαιτούμενο χρόνο έγκρισης των αιτημάτων από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου.

Εσείς με την πείρα σας, τι πιστεύετε ότι σταμάταγε τόσο καιρό τη δημιουργία του Film Commision. Ήταν μόνο το Υπουργείο Οικονομικών που έβαζε εμπόδια;
Εδώ ανοίγει μια μεγαλύτερη κουβέντα. Γενικότερα μιλώντας, πράγματα που θα έπρεπε να έχουν απλοποιηθεί στο επίπεδο της γραφειοκρατίας σε χίλιους δυο τομείς, έχουν μείνει στάσιμα. Βλέπω πράγματα να μπλοκάρουν διαδικασίες για τον άλφα ή βήτα λόγο και δεν το πιστεύω. Είναι τρελό αυτό που συμβαίνει. Όταν αντιμετωπίζεις πιο συγκεκριμένα ζητήματα, αρχίζεις να υποψιάζεσαι ότι αυτού του είδους η γραφειοκρατική αναρχία βολεύει κάποιους, οι οποίοι δεν θέλουν με τίποτα να πειραχτεί το απόλυτο κομφούζιο που επικρατεί. Υπάρχουν αυτές οι αντικρουόμενες δυνάμεις οι οποίες εμποδίζουν την εύλογη λειτουργία του συστήματος. Είναι μια κατάσταση που δίνει μια εικόνα αναξιοπιστίας της χώρας στο εξωτερικό.

Όπως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ εφαρμόζει μνημονιακές υποχρεώσεις με τις οποίες διαφωνεί δημοσίως, έτσι και εσείς -για παράδειγμα στην περίπτωση του Film Commission- εφαρμόζετε το Νόμο 3905/2010 που θεσμοθετήθηκε επί υπουργίας Παύλου Γερουλάνου, τον οποίο είχατε καταψηφίσει στη Βουλή ως αντιπολίτευση. Ήταν τελικά τόσο κακός ο νόμος αυτός; Υπάρχει η ανάγκη για ένα νέο νόμο;
Η πιο σωστή προσέγγιση πιστεύω είναι να δεις στην πράξη την εφαρμογή των νόμων, να βάλεις συγκεκριμένες προτεραιότητες και όταν σκοντάψεις σε πραγματικές ανάγκες νομοθετικής ρύθμισης, να προχωρήσεις σε επιπλέον κινήσεις. Εφαρμόζουμε τον Νόμο 3905/2010, ο οποίος προέκυψε ύστερα από ανάγκη και αίτημα του ίδιου του κινηματογραφικού χώρου αλλά τελικά στην πράξη δεν εφαρμόστηκε, και στην πορεία είμαστε διατεθειμένοι, φυσικά, να τον βελτιώσουμε και να τον τροποποιήσουμε ανάλογα με τις ανάγκες και τα ζητήματα που θα προκύψουν.

 Κανένας μέχρι σήμερα δεν έχει εφαρμόσει τον νόμο της απόδοσης 1,5% των καθαρών διαφημιστικών εσόδων των καναλιών στην κινηματογραφική παραγωγή. Υπάρχει περίπτωση να γίνει κάτι τέτοιο τώρα, μετά τη πρόσφατη ρύθμιση της αδειοδότησης των ιδιωτικών καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας;
Το προχωράμε. Μετά την αλλαγή του τηλεοπτικού τοπίου οι υποχρεώσεις των καναλιών είναι συμβατικά δεδομένες. Άρα δεν μπορούν να ξεφύγουν και να μην εφαρμόσουν το νόμο. Επίσης, δεν ξεχνάμε τα χρωστούμενα. Θα τα κυνηγήσουμε και αυτά.

Ας μιλήσουμε λίγο τώρα για το καυτό ζήτημα της πολιτιστικής παιδείας το οποίο γνωρίζετε καλά, αφού έχετε υπάρξει για δεκαετίες πανεπιστημιακός. Στην Ελλάδα υπάρχουν μόνον θεωρητικές πανεπιστημιακές σχολές που στερούνται πρακτικής εφαρμογής των τεχνών. Μάλιστα, το κενό αυτό έχουν αναλάβει να καλύψουν δεκάδες ιδιωτικές σχολές, αρκετές από τις οποίες προσφέρουν χαμηλής ποιότητας εξειδίκευση. Υπάρχει κάποιο πλάνο από το Υπουργείο Πολιτισμού για την εφαρμογή μιας πιο ουσιαστικής πολιτιστικής εκπαίδευσης;

Για όλες τις μορφές τέχνης, εκτός από τα εικαστικά όπου υπάρχει η πενταετής Σχολή Καλών Τεχνών, δηλαδή για τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική και το χορό δεν υπάρχουν διαβαθμισμένα πτυχία. Άρα δεν υπάρχει παρακολούθηση της ποιότητας της παραγόμενης παιδείας. Η ιδέα που έχουμε είναι πολύ συγκεκριμένη και την προετοιμάζουμε με μια άτυπη επιτροπή που έχουμε συστήσει. Πρόκειται -μην πάρετε επί λέξει την έκφραση- για μια «Ακαδημία Τεχνών». Σκεφτείτε ένα πλήρες πανεπιστήμιο το οποίο θα έχει τμήμα χορού, κινηματογράφου, θεάτρου και άλλες κατευθύνσεις, όπου η κύρια διδασκαλία δεν είναι η θεωρητική κατάρτιση (όπως για παράδειγμα μουσικολογία, θεατρολογία κ.τ.λ. ), αλλά η πρακτική άσκηση της τέχνης. Τέτοιου είδους σχολές υπάρχουν σε όλες τις χώρες εκτός από την Ελλάδα.
Η προσπάθεια να υλοποιηθεί μια τέτοια ιδέα μπορεί να γίνει είτε μέσω της διεύρυνσης της λειτουργίας των υπαρχουσών σχολών Καλών Τεχνών, είτε φτιάχνοντας από την αρχή μια Ακαδημία, έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να παίρνει το πανεπιστημιακό πτυχίο πάνω σε συγκεκριμένη τέχνη. Έτσι και αλλιώς βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή του εγχειρήματος, αφού μετά το προσχέδιο που θα φτιάξει η επιτροπή θα υπάρξει η διαδικασία της ανοιχτής διαβούλευσης πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, αλλά και μια συζήτηση με το Υπουργείο Παιδείας για το πώς θα ενταχθεί η λειτουργία της Ακαδημίας στο δικό του κανονιστικό πλαίσιο. Προφανώς οι εισαγωγικές εξετάσεις πρέπει να είναι διαφορετικές, οι διδάσκοντες δεν θα χρειάζονται διδακτορικό, αλλά αναγνωρισμένη καλλιτεχνική αξία κ.τ.λ. Ταυτόχρονα πρέπει να ρυθμιστεί η λειτουργία των πολλών ιδιωτικών σχολών, σίγουρα όχι με ένα ισοπεδωτικό τρόπο. Για παράδειγμα, θα ενισχύσουμε την εποπτεία μας στην ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ ταυτόχρονα ο απόφοιτος των σχολών αυτών θα μπορεί να ενταχθεί στις κρατικές σχολές με κατατακτήριες εξετάσεις.

Υπήρξαν αλλαγές στη διοίκηση των δυο μεγαλύτερων κινηματογραφικών οργανισμών που βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, με ομολογουμένως νέα και καταξιωμένα πρόσωπα. Το να «ξηλώνει», όμως, κάθε Υπουργός τις διοικήσεις κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν αντιβαίνει στην ιδέα μιας κάποιας συνέχειας στη πολιτιστική πολιτική;
Από την πρώτη στιγμή που ανάλαβα αυτή τη θέση κατάλαβα ότι το να ορίζει καλλιτεχνικούς διευθυντές οργανισμών ένας Υπουργός είναι αστείο. Δηλαδή ανάλογα με το γούστο του θα φτιάνεται το προφίλ του πολιτισμού που θα παράγει η ελληνική κοινωνία για τα επόμενα χρόνια; Ο νόμος μάς δεσμεύει, προσωρινά τουλάχιστον, να προχωρήσουμε έτσι. Η ιδέα, όμως, για να ξεπεραστεί αυτή η αντίληψη είναι να συγκροτηθεί ένα Συμβούλιο Τεχνών. Αυτό σημαίνει ένα θεσμό «παρά τω υπουργείω», ανεξάρτητο δηλαδή από αυτό, που θα έχει διαφορετικά τμήματα ανά μορφή τέχνης. Ανάμεσα στις αρμοδιότητες που θα έχει, για παράδειγμα, το Συμβούλιο του Θεάτρου θα είναι όταν τελειώνει η θητεία του Διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος να ετοιμάζει μια πρόταση προς το Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτή θα προκύπτει καταρχήν με τη διαδικασία πρόσκλησης ενδιαφέροντος, στη συνέχεια με την επεξεργασία όλων των υποψηφιοτήτων και τέλος με μια πλήρως εμπεριστατωμένη εισήγηση που να δίνει στον υπουργό δυο τελικές προτάσεις, από τις οποίες θα επιλέξει τη μία. Αυτό θα γίνεται με όλους τους κρατικούς θεσμούς, όπως το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο σινεμά, το Εθνικό Ωδείο στη μουσική και τα λοιπά. Αυτό λοιπόν το Συμβούλιο θα έχει μια ευθύνη συγκρότησης πολιτικής για το πολιτισμό και ταυτόχρονα ενεργό ρόλο στην εξασφάλιση χορηγιών και στο μοίρασμά τους. Με αυτό τον τρόπο θα περιοριστεί το ράβε- ξήλωνε σε καλλιτεχνικό επίπεδο που κάνει ο εκάστοτε Υπουργός, περιορίζοντας πλέον την παρέμβασή του μόνον στις οργανωτικές /οικονομικές θέσεις, όπου εκεί υπάρχουν άλλου είδους ζητήματα.

Υπήρξε μια μεγάλη κουβέντα για το διορισμό του Βέλγου Γιαν Φαμπρ στη θέση του διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ και την μετέπειτα παραίτησή του, ενώ ακολούθησε η κάλυψη της διευθυντικής θέσης στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης από την Γαλλίδα Ελίζ Ζαλαντό… Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τη χρησιμοποίηση αναγνωρισμένων επαγγελματιών από το εξωτερικό σε διοικητικές θέσεις ελληνικών θεσμών; Υπάρχουν κάποιοι στον καλλιτεχνικό κόσμο που βλέπουν πιο εθνοκεντρικά τα πράγματα, θέτοντας μονίμως το ερώτημα «μα καλά, δεν υπάρχουν ικανοί Έλληνες για αυτή τη θέση»;
Εδώ είναι πιο στρατηγικό το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα είμαστε ακραίοι είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Το ιδανικό είναι να εφαρμόσεις μια πολιτική στον πολιτισμό η οποία να κάνει προφανές ότι εσύ ως Έλληνας μπορείς να γίνεις διευθυντής της κρατικής ορχήστρας της Γαλλίας, αλλά και ένας Δανός μπορεί να έρθει και να γίνει διευθυντής σε έναν ελληνικό πολιτιστικό οργανισμό. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το να είμαστε Ευρωπαίοι σημαίνει ότι είμαστε ισότιμοι και ως πολίτες. Γίνονται βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, παρά τις όποιες γκρίνιες.

 Βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλές και διαφορετικές σχέσεις σε επίπεδο χρηματοδότησης των κρατικών πολιτιστικών θεσμών. Για παράδειγμα, στον κινηματογράφο υπάρχει αυτή της άμεσης διοίκησης στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ σε αυτό της Δράμας υπάρχει ένα πλαίσιο συγχρηματοδότησης με το Δήμο που ανανεώνεται περιοδικά. Βοηθά αυτό το έργο σας ή πρέπει να υπάρξουν αλλαγές που θα συνθέσουν ένα κοινό πλαίσιο διαχείρισης;
Να ξεκαθαρίσουμε ότι υπάρχουν δυο παρακαταθήκες για τον πολιτισμό στην περιφέρεια. Η μία είναι αυτή που άφησε η Μερκούρη με τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ και η άλλη είναι αυτή του Μικρούτσικου με τις επαρχιακές πόλεις που φιλοξενούν πολιτιστικές διοργανώσεις. Η πρόθεσή μας είναι να ξανασυζητήσουμε τον πολιτισμό στην περιφέρεια προσπαθώντας να τον οργανώσουμε καλύτερα. Για αυτό το λόγο υπάρχει μια επιτροπή που θα εξετάσει τις πολιτιστικές δραστηριότητες και οργανισμούς και θα γνωμοδοτήσει το ποιες από αυτές θα παραμείνουν υπό κρατική διοίκηση και ποιες θα περάσουν στην αρμοδιότητα της περιφέρειας. Για παράδειγμα, έχουμε την προίκα των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., που εάν γίνουν κάποιες συγχωνεύσεις και εμπλουτίσουν το πολιτιστικό τους περιεχόμενο –να μην προσφέρουν δηλαδή μόνον θέατρο ή χορό, αλλά πολλές μορφές τέχνης- μπορούμε να επιτύχουμε μια συμφωνία χρηματοδότησης, η οποία μπορεί να γίνει αυτή τη φορά σε επίπεδο περιφέρειας ή δήμων. Το γενικότερο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει μια συγκροτημένη δομή σε σχέση με το Υπουργείο και το πολιτιστικό προϊόν που παράγεται. Υπάρχουν ad hoc εποπτευόμενοι μηχανισμοί και ad hoc επιχορηγήσεις. Τελεία. Θεσμός δεν υπάρχει. Εμείς λοιπόν θέλουμε να τον φτιάξουμε σύμφωνα με τις ανάγκες των καλλιτεχνών.

 Έχουν αρχίσει να σχηματίζονται δυο πυλώνες στην ελληνική πολιτιστική πραγματικότητα. Από τη μία αυτός του κράτους και από την άλλη εκείνος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ο οποίος εκφράζεται κυρίως μέσω μεγάλων Ιδρυμάτων σαν αυτό του Νιάρχου και της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Ποια είναι η επιθυμητή ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δυο πυλώνες; Υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας μεταξύ τους, όπως αυτή της νέας Λυρικής Σκηνής;
Να σας πω λιγάκι διευκρινιστικά το τι έγινε με την περίπτωση του Ιδρύματος Νιάρχου και της νέας Λυρικής Σκηνής. Η πρόταση του Ιδρύματος ήταν να πάρει ένα οικόπεδο στην Αθήνα, πιο συγκεκριμένα αυτό του παλιού Ιππόδρομου, και να φτιάξει ένα μεγάλο έργο που θα παραχωρήσει στο Δημόσιο. Αποπεράτωσε, λοιπόν, ένα κτήριο που κόστισε περίπου 500-600 εκατομμύρια ευρώ με στόχο να φιλοξενηθούν εκεί από τη μία η Εθνική Βιβλιοθήκη και αφετέρου η Εθνική Λυρική Σκηνή. Τώρα βρισκόμαστε στη φάση που έχει ολοκληρωθεί το κτήριο και απομένει η μετακόμιση. Μόλις ολοκληρωθεί και αυτή, ο χώρος παραχωρείται στο δημόσιο. Άρα η ευθύνη λειτουργίας του αφορά το Υπουργείο Πολιτισμού στην περίπτωση της Λυρικής και αυτό του Παιδείας σε αυτήν της Βιβλιοθήκης. Μάλιστα, το Ίδρυμα Νιάρχος έχει δώσει σαν προίκα για τη λειτουργία του χώρου την επιστροφή του Φ.Π.Α. που είναι περισσότερα από 100 εκ. ευρώ…
Σε επίπεδο πόλης τώρα, έχουμε πάρα πολλές υποδομές για μια πόλη σαν την Αθήνα. Πάρτε τον άξονα της Συγγρού, ξεκινώντας πιο ψηλά από το Μέγαρο -το οποίο είναι πλέον και αυτό κρατικό- το Ε.Μ.Σ.Τ., τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και το Ίδρυμα Νιάρχος. Μετά πάρτε την Πειραιώς και μετρήστε τα πολιτιστικά κέντρα… Αθροίστε αυτά που υπάρχουν και στις δύο λεωφόρους και μετά προσθέστε τα μουσεία για να καταλάβετε για τι ακριβώς μέγεθος μιλάμε. Αναλογιστείτε δε ότι τα περισσότερα από αυτά είναι δημόσια. Πώς θα καταφέρεις να κρατήσεις ενεργούς τόσους πολιτιστικούς χώρους; Άρα, υπάρχει το ζήτημα της διαχείρισης από την μεριά του δημοσίου όλων αυτών των υποδομών.
Χρειάζεται μια πιο συγκεκριμένη στρατηγική, με το μίνιμουμ αυτής να είναι η μεταξύ τους συνεργασία. Να κάνεις, δηλαδή, οικονομίες κλίμακας… Για παράδειγμα, εάν ένας χώρος έχει μηχανήματα που μπορεί να χρειάζεται κάποιος άλλος, δεν χρειάζεται να αγοραστούν ή να νοικιαστούν καινούργια. Αλλά εδώ μιλάμε και για ζητήματα γενικότερου προγραμματισμού. Αν για παράδειγμα το Μέγαρο και η Λυρική Σκηνή θέλουν να ανεβάσουν δυο όπερες, δεν πρέπει να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά συμπληρωματικά. Για να το πετύχουμε αυτό θα φωνάξουμε προς το τέλος του μήνα όλους τους εποπτευόμενους φορείς του σύγχρονου πολιτισμού για να ακούσουμε τις ιδέες που έχουν και να δούμε πώς μπορούμε να συντονίσουμε καλύτερα τη λειτουργία τους. Έχουμε έναν πολιτιστικό πλούτο και βρισκόμαστε σε περίοδο αναγέννησης, άρα πρέπει να δώσουμε χώρο στους νέους ανθρώπους να δημιουργήσουν. Από εκεί και πέρα η ιδιωτική πρωτοβουλία στην τέχνη υπάρχει παντού και χρειάζεται να υπάρχει με το δημόσιο ένα είδος συνεργασίας. Για παράδειγμα, αν θέλει το τάδε Ίδρυμα να διοργανώσει μια πολιτιστική δράση καλό για όλους είναι να δούμε πώς μπορεί αυτή να συμπορευτεί με κάτι που ετοιμάζει ένας κρατικός φορέας. Και επειδή είναι μπροστά μας η επέτειος του 2021 μπορούν να υπάρξουν πολλές πρωτοβουλίες και συνεργασίες.

Ημερομηνία συνέντευξης:

8/10/2016 12:00:00 πμ
Εκδηλώσεις
    ​​​​